Η ιστορία μας αρχίζει, όπως συνήθως, και όσον αφορά την πλειψηφία των σημαντικών σύγχρονων καλλιτεχνών της Αβάνας, στο βορειοδυτικό μέρος της πόλης, στο κτιριακό συγκρότημα γνωστό ως Ινστιτούτο Ανώτερης Τέχνης της Αβάνας (ISA). Η ιδέα να χτιστεί εκεί μία σχολή τέχνης, στο χώρο της άλλοτε Εξοχικής Λέσχης της Αβάνας στη σικάτη συνοικία της Cubanacán, αποδίδεται στους Φιντέλ Κάστρο και Τσε Γκεβάρα, που απολάμβαναν στο ίδιο μέρος το 1960 μία ήσυχη παρτίδα μετα-επαναστατικού γκολφ. Το τμήμα του Ινστιτούτου που είναι αφιερωμένο στις οπτικές τέχνες και που σχεδιάστηκε από τον Κουβανό αρχιτέκτονα Ricardo Porro το 1965, αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά σύγχρονα αρχιτεκτονικά έργα: πρόκειται για μια σειρά από διαδοχικούς διαδρόμους και ατελιέ με θολωτούς τρούλους με, στη μέση, ένα ηλιόλουστο αίθριο. Εδώ μας περιμένει ο René Francisco Rodríguez, σε ένα διάλειμμα από τη διδασκαλία του.
Ο René Francisco μπορεί να αγγίζει τα 48, αλλά διατηρεί μία νεανική φρεσκάδα, χαρακτηριστικό που δεν ξαφνιάζει εντελώς, για κάποιον που βρήκε τον τρόπο να μην αφήσει ποτέ τη μελέτη. "Νιώθω αυτό το μέρος σαν το δεύτερό μου σπίτι" μας λέει. "Ήρθα εδώ σαν φοιτητής το 1977 – γι αυτό και όλος αυτός ο χώρος έχει ξεχωριστή σημασία για μένα. Αποφοίτησα αρχικά από το Ινστιτούτο το 1982, αλλά συνέχισα τις σπουδές μου ως το 1989, και από τότε διδάσκω ως καθηγητής." Ο ανορθόδοξος τρόπος διδασκαλίας του, που κατά καιρούς εμπνέει ανησυχία στη διοίκηση του Ινστιτούτου, αποτελεί έναν από τους λόγους που είναι τόσο δημοφιλής με τους μαθητές τους: "Τα μαθήματα γίνονται όποτε το θέλω, ή όποτε το θέλουν οι σπουδαστές. Μερικές φορές δε βγαίνουμε από τις αίθουσες και το μάθημα γίνεται έξω στο δρόμο."
Η εμμονή του Francisco να επανεξετάσει την αλληλεπίδραση μεταξύ διδασκόντων και διδασκόμενων τον οδήγησε να δημιουργήσει το 1989 την Galería DUPP (Desde una Pedagogía Pragmática). Στην πραγματικότητα η Galería DUPP δεν μοιάζει καθόλου με γκαλερί: δεν έχει έναν μόνιμο εκθεσιακό χώρο και διαθέτει μόνο περιστασιακά εκθέματα, και λιγότερο ακόμα τα πουλάει. Χρησιμοποιώντας την “Galería DUPP” ως εκφραστή της συλλογικής τους ταυτότητας, ο Francisco και μία ολοένα μεταβαλλόμενη ομάδα μαθητών του δημιούργησαν μία εκπληκτική σειρά έργων τέχνης σε μια περίοδο δύο δεκαετιών. Ο χαρακτήρας της Galería DUPP διαμορφώθηκε από το έντονο ενδιαφέρον του Francisco για τις τοπικές κοινότητες –κάτι που ώθησε τους καλλιτέχνες έξω από το χώρο του ατελιέ και μέσα στον "πραγματικό κόσμο" – ενώ ταυτόχρονα εξαλείφτηκε το ατομικό στοιχείο από τη διαδικασία της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Παρ’ όλα αυτά, ουκ ολίγοι πρώην μαθητές του Francisco, όπως οι Alexandre Arrechea, Wilfredo Prieto και Duvier Del Dago Fernandez, κατάφεραν να αναδειχτούν ανεξάρτητα.
Ο Francisco συνεχίζει να εκθειάζει τις αρετές του Ινστιτούτου— "δεν πρόκειται για μια σχολή όπου μαθαίνεις να ζωγραφίζεις... Αλλά για μια σχολή ιδεών, όπου οι καθηγητές προσπαθούν να διαμορφώσουν τους μαθητές..." Καιρός να αλλάξουμε σκηνικό.
Ο Francisco μας οδηγεί σε μια συνοικία που ονομάζεται El Romerillo, αρκετά κοντά σε απόσταση από το Ινστιτούτο, αλλά μίλια μακρυά από το αριστοκρατικό παρελθόν της Cubanacán. Εδώ δεν υπήρχε ποτέ γήπεδο γκολφ. Ήταν η περιοχή όπου εγκαταστάθηκαν οι Κουβανοί εργάτες που έρχονταν από την επαρχία για να δουλέψουν στην πρωτεύουσα, και έχτισαν τα σπίτια τους με ό,τι υλικά βρήκαν (χαρτόνια, λαμαρίνες). Η συνοικία El Romerillo αναδείχτηκε σε ένα από τα πιο περιβόητα γκέτο της Αβάνας.
Ο René Francisco άρχισε να επισκέπτεται τη συνοικία El Romerillo δέκα χρόνια πιο πριν, κάνοντας βόλτες στην περιοχή όποτε του έμενε ελεύθερος χρόνος από το Ινστιτούτο. Σιγά σιγά έμαθε τον κόσμο και ο κόσμος τον έμαθε. Το 2003 έλαβε μια επιχορήγηση από ένα ίδρυμα στο Βερολίνο και του ήρθε μια ιδέα. Αποφάσισε να το επενδύσει στο El Romerillo. Αλλά από πού να αρχίσει; Σ’αυτή την εξαιρετικά άθλια συνοικία, ποιός άξιζε περισσότερο τη βοήθειά του; Ο Francisco άφησε τους κατοίκους να αποφασίσουν μεταξύ τους. Πλησίασε 44 κατοίκους, και σε λίγο ήξερε τι να κάνει. Τα χρήματα προορίζονταν για μία νέα καλλιτεχνική δημιουργία που θα εκτείθονταν στο Βερολίνο, αλλά ο Francisco αποφάσισε να τους αφήσει όλους ευχαριστημένους, και το Βερολίνο να αποκτήσει το έργο του και οι κάτοικοι του El Romerillo να επωφεληθούν.
Πρώτη στη λίστα του ήταν η Rosa Estévez, ένα από τα πιο αγαπητά πρόσωπα της συνοικίας. "Η Rosa θεράπευε με τις παλάμες της," θυμάται ο Francisco. "Διακατέχονταν από έντονη πνευματικότητα. Οι γιατροί τής έστελναν τους ασθενείς τους για να τους θεραπεύσει. Η ίδια ζούσε μαζί με το γιο της στην πιο απόλυτη μιζέρια. Ούτε αποχωρητήριο δεν υπήρχε." Ο Francesco συγκέντρωσε μία ομάδα εθελοντών και άρχισε την ανακαίνιση του σπιτιού της. Η ίδια η Rosa αποφάσισε για όλες τις αλλαγές. Απόκτησε νέα σκεπή, πλακόστρωτη αυλή, και μέσα ντουλάπες και ράφια. Ο Francisco κατέγραψε όλα τα στάδια της ανακαίνισης, και οι φωτογραφίες που τράβηξε σε μεγέθυνση αργότερα εκτέθηκαν στο Βερολίνο στα τέλη του 2003. Η Rosa πέθανε τον επόμενο χρόνο αλλά ο Francesco παραμένει στενός φίλος του γιου της, που κατοικεί ακόμα στο ίδιο σπίτι.
Το 2004 ο Francisco άρχισε εργασίες στο σπίτι της Marcelina Ochoa, την οποία όλοι στο El Romerillo φωνάζουν με το όνομα "Nin". Η Nin ήταν 88 ετών και δεν μπορούσε πια να περπατήσει, γι’ αυτό κάθε μέρα ο γιος της την σήκωνε και την πήγαινε να καθήσει στην αυλή της. Μετά έφευγε για δουλειά και στο γυρισμό το βράδυ την μετέφερε πάλι μέσα στο σπίτι. "Η αυλή της ήταν σε φοβερή κατάσταση – γεμάτη σκουπίδια, μύγες, δεν μπορείς να φανταστείς," διηγείται ο Francesco. "Κάθε μέρα αντέκριζε για ώρες αυτό το χάλι. Γι’ αυτό εμείς της φτιάξαμε κήπο. Η ίδια διάλεξε τα φυτά που ήθελε."
Η Nin χρειαζόταν επίσης ιατρική φροντίδα. Ο Francisco κανόνισε να της φέρει γιατρό και ένα αναπηρικό καροτσάκι και επίσης την πήγε να πάρει μέτρα για ορθοπεδικά παπούτσια. Ο Francisco παρουσίασε το "El Patio de Nin" (Η Αυλή της Νιν) το 2007 στην 52η Μπιενάλε της Βενετίας.
Καθώς στεκόμαστε μαζί με τον René Francisco στον κεντρικό δρόμο που διαπερνά τον El Romerillo, γίνεται φανερό ότι η αφοσίωσή του γι αυτήν τη γειτονιά ξεπερνά το καλλιτεχνικό ενδιαφέρον, ξεπερνά τις προσπάθειές του να βοηθήσει την Rosa και την Nin, ίσως ακόμα και τα όρια του δυνατού. Όταν τον ρωτούμε γαι το μέλλον, κοιτάζει γύρω του πριν να απαντήσει, "Θα ήθελα πολύ να δημιουργήσω ένα δίκτυο αποχέτευσης. Θα ήθελα να βρω τα χρήματα και να ξαναχτίσω το σύστημα ύδρευσης, να το βελτιώσω, να βελτιώσω οτιδήποτε έχει να κάνει με την υγιεινή...Ακούγεται απίθανο, το ξέρω. Αλλά αυτή είναι η δουλειά μου. Ζω σε μία καλλιτεχνική ουτοπία."
Η συνέντευξή μας ολοκληρώνεται στο ατελιέ ζωγραφικής του Francisco. Πράγμα παράξενο, αν αναλογιστεί κανείς την προσφορά του στην εννοιολογική τέχνη και στην ανάπτυξη της κοινοτικής αλληλεγγύης, αλλά είναι αλήθεια πως το ατελιέ του Francesco είναι γεμάτο εξαιρετικά ενδιαφέροντες πίνακες. Τα χρώματα απλώνονται στον καμβά με σπάτουλα, με την επίμοχθη τεχνική των τελειών. Οι περισσότεροι από τους πίνακές τους έχουν κοινωνιολογικές και πολιτικές αναφορές. Σε έναν από αυτούς απεικονίζονται πλήθη από αξεχώριστα πρόσωπα σε ασπρόμαυρες αποχρώσεις. Ένας άλλος πίνακας απεικονίζει ράφτρες να ράβουν πλήθος από κόκκινες, γαλάζιες και άσπρες σημαίες. "Μου αρέσει να ζωγραφίζω", ομολογεί, και συνεχίζει, "το ίδιο μου αρέσει και αυτό που κάνω έξω στους δρόμους. Είναι μία κατάσταση Γιν και Γιανγκ, δεν συμφωνείς;"