Όταν οι καλλιτέχνες αποκτούν έμπνευση, την μετατρέπουν σε κάποιο ή άγαλμα. Όταν αυτός που αποκτά την έμπνευση είναι ο Wilfredo Prieto, κάνει όσο το δυνατόν λιγότερα. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν δουλεύει σκληρά – αντίθετα, είναι ικανός να ξοδέψει μήνες, ακόμα και χρόνια σε κάθε του δουλειά – αλλά καταφέρνει να μην το δείχνει. Στην Μπιενάλε της Αβάνας το 2006 συμμετείχε με μία μισοσάπια μπανανόφλουδα, μία πλάκα σαπούνι και ένα πασάλλειμα από λιπαντικό γράσσο, τα οποία εξέθεσε σαν μία καλοστημένη στοίβα στο πάτωμα του εκθεσιακού χώρου. Σαν αποτέλεσμα, ουκ ολίγοι επισκέπτες της έκθεσης που είδαν αυτή την εγκατάσταση που παρέμεινε στο Santa Clara Convent για μία ολόκληρη βδομάδα έφυγαν με την απορία, "αν πράγματι ήταν μόνο αυτό το έκθεμα", και όντως, δεν υπήρχε τίποτε άλλο. Όμως ίσως ο σκοπός (ή τουλάχιστον κάποιο μέρος του σκοπού) του έργου Grasa, Jabón y Plátano (Γράσσο, Σαπούνι και Μπανάνα) ήταν να προκαλέσει αυτήν ακριβώς την αντίδραση.
Ο Wilfredo Prieto είναι σαν ένας πρώτης τάξεως μάγος που μας αφήνει κατάπληκτους με τις πιο απλές του κινήσεις. Ή ακόμα σαν ένας βιρτουόζος διαρρήκτης που καταφέρνει με την τέχνη του και μόνο, να αποφύγει τον πιο πολύπλοκο συναγερμό. "Βρίσκω έμπνευση στην καθημερινότητα," εξηγεί ο Prieto, "και πιστεύω πως η δουλειά μου σαν καλλιτέχνης δεν είναι να δημιουργήσω νέες ιδέες, αλλά να οικειοποιηθώ αυτές που υπάρχουν όσο μπορώ. Οι ιδέες περιφέρονται ανάλαφρα γύρω μας σαν τα σύννεφα. Απλά βρίσκονται εκεί και ο καθένας μπορεί να τις δει και να τις πιάσει. Ανήκουν σε όλους, δεν το βλέπεις;"
Η συνέντευξη γίνεται στο Lennon Park της Αβάνα, ένα τετράγωνο μακρυά από το διαμέρισμα του Prieto. Ο ίδιος είναι καθισμένος σε ένα παγκάκι μερικά μέτρα από ένα καθιστό άγαλμα του John Lennon. Σ’αυτό το ίδιο πάρκο υπήρχε κάποτε το δικό του έργο Sacando al perro y comiendo mierda (Βγάζοντας το Σκύλο Βόλτα και Καταναλώνοντας Περιττώματα, 2007), μία από τις "δημόσιες παρεμβάσεις του" που αποτελούνταν από μερικά ανθρώπινα περιττώματα διασκορπισμένα ανάμεσα στα περιττώματα των σκύλων που υπήρχαν ήδη στο πάρκο. Ο τίτλος αυτής της εγκατάστασηςς εξευρενούσε την ιδέα τού "πώς χάνει κανείς το χρόνο του" (ένα παιχνίδι με τις λέξεις στα κουβανέζικα για τον όρο "comiendo mierda") – όμως και πάλι εδώ, ο καλλιτέχνης προτίμησε να αφήσει την τέχνη του να μιλήσει μόνη της.
Ο Prieto αρχίζει συχνά τις φράσεις του χρησιμοποιώντας το ρήμα "πιστεύω" και συχνά επίσης τελειώνει με ένα ερωτηματικό, λες και φοβάται να καταλήξει σε συμπέρασμα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η ίδια επιφυλακτικότητα υπάρχει και στην τέχνη του, όπου παίζει με το στοιχείο της αβεβαιότητας, δημιουργώντας συνειρμούς για καταστάσεις που θα μπορούσαν να συμβούν ή ίσως θα μας συνέβαιναν, αλλά το πιο πιθανό είναι να μη συμβούν – όπως για παράδειγμα, να γλιστρήσουμε σε μία γλιστερή και με σαπούνι μπανανόφλουδα σε μία έκθεση τέχνης, να αντικρίσουμε ανθρώπινα περιττώματα σε ένα δημόσιο πάρκο. Ο Prieto παίζει με το συνηθισμένο μέχρι να γίνει λιγότερο πιθανό όμως όχι και εντελώς αδύνατο. Όσον αφορά το νόημα των έργων τέχνης του, αυτό το αφήνει στο κοινό να παίξει το ρόλο του ντετέκτιβ, ενώ ο ίδιος απλόχερα μοιράζει τις ενδείξεις. Μια φορά σε μία γκαλερί στην Μπαρτσελόνα άπλωσε ένα χαλί στο μέσο του πατώματος, και μετά σκούπισε προσεκτικά όλο το πάτωμα για να μαζέψει όλα τα σκουπιδάκια που μπορούσε και να τα κρύψει κάτω από το χαλί (Untitled/Red Carpet, 2007). "Αυτό ήταν λίγο δύσκολο να το καταλάβει το κοινό," θυμάται ο Prieto, "εκτός και αν κοιτούσαν κάτω από το χαλί."
Τις περισσότερες φορές, τα στοιχεία που λείπουν από τα έργα του Prieto είναι εμφανή, όταν κανείς αναλογιστεί τι λάθος υπάρχει σε κάθε έργο. Μία άλλη φορά μετέτρεψε ένα μουσείο τέχνης στον Καναδά σε πραγματικό dance club, μαζί με τον ανάλογο φωτισμό ντισκοτέκ, χορευτική πίστα – και όλα τα απαραίτητα που θα περίμενε κανείς, εκτός από τη μουσική. (Mute, 2006). Τα πάνω από 6.000 βιβλία που αποτελούν το έργο του Biblioteca Blanca (Λευκή Βιβλιοθήκη, 2004) είναι εντελώς λευκά. Και τα 30 κοντάρια για σημαίες στο πιο γνωστό του έργο Apolítico (2001), έχουν ντυθεί με σημαίες κρατών σε ασυνήθιστα χρώματα.
"Είναι παράξενο το γεγονός ότι αποφοίτησα από το πανεπιστήμιο με πτυχίο ζωγραφικής, και δεν έχω ζωγραφίσει τίποτα, να πούμε, τα προηγούμενα 10 χρόνια. Πιστεύω ότι υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον στο χώρο της ζωγραφικής σήμερα αλλά προσωπικά δεν με εκφράζει ιδιαίτερα. Εννοώ ότι ψάχνω για ιδέες και οι ιδέες για μένα αποτελούν το μέσο, και αυτό το μέσο αλλάζει συνέχεια ανάλογα με τη συγκεκριμένη ιδέα ή το θέμα στο οποίο δουλεύω. Ποτέ δεν προσκολούμαι σε ένα συγκεκριμένο μέσο έκφρασης."
Ήδη από το 1914 οι καλλιτέχνες άρχισαν να εγκαταλείπουν τους καμβάδες και να δημιουργούν νέους τρόπους έκφρασης, με τον Marcel Duchamp να παίρνει μία συνηθισμένη φιαλοθήκη και να την επιβάλει σαν έργο τέχνης. Αυτές οι αντιλήψεις για την τέχνη αντιστράφηκαν τη δεκαετία του 1960, όταν κανείς δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι ανήκει στην "εννοιολογική τέχνη" ή στην "εννοιακή τέχνη" χωρίε να ασχολείται με τη ζωγραφική ή τη γλυπτική. Ο Prieto είναι γεννημένος το 1978 στην επαρχία της Κούβας Sancti Spíritus, μία δεκαετία μετά το θάνατο του Duchamp. Μετακόμισε στην Αβάνα για να συνεχίσει τις καλλιτεχνικές του σπουδές στο φημισμένο Higher Institute of Fine Arts (ISA), απ’όπου αποφοίτησε το 2002. "Θαυμάζω πολύ τον Duchamp," ομολογεί ο Prieto. "Δεν επηρεάστηκα απλά από αυτόν, η επιρροή του ήταν καθολική." Ο Prieto προσπάθησε να απομακρυνθεί από κάθε παραδοσιακό τρόπο έκφρασης (όπως κάθε καλός εκφραστής της εννοιολογικής τέχνης) και παράλληλα να παραμείνει ανεξάρτητος από συγκεκριμένες ιστορικές ή πολιτιστικές επιρροές.
"Ναι, είμαι Κουβανός καλλιτέχνης," λέει ο ίδιος, "όμως δεν θεωρώ τον εαυτό μου στερεότυπο Κουβανού καλλιτέχνη. Προσπαθώ να κρατήσω απόσταση από τις ρίζες μου, από οτιδήποτε έχει διαμορφώσει την προσωπικότητά μου. Πιστεύω πως έχει πρωταρχική σημασία στην τέχνη αυτού του είδους η αποστασιοποίηση, που σου επιτρέπει να γνωρίσεις καλύτερα τον εαυτό σου. Η ενασχόληση με ένα συγκεκριμένο στυλ ή μία συγκεκριμένη προσέγγιση σχετικά με την τέχνη απλά περιορίζει την δημιουργικότητά σου, έτσι δεν είναι;"
Ίσως αυτός να είναι ένας από τους λόγους για τον οποίο το έργο το Prieto φαίνεται να έχει απήχηση παντού– επειδή έχει έναν έκδηλα "παγκόσμιο" χαρακτήρα. Το Apolítico πρωτοπαρουσιάστηκε στην Αβάνα και μέχρι τώρα, έχει εκτεθεί στην Ιρλανδία, Ιταλία, Ολλανδία, Καναδά, Η.Π.Α, Αυστραλία και Γαλλία. Η Biblioteca Blanca πρωτοπαρουσιάστηκε στην Μπαρτσελόνα και από εκεί μεταφέρθηκε στην Μπιενάλε της Σιγκαπούρης και της Βενετίας, με επόμενη στη σειρά την Αυστρία. Ο Prieto πρόσφατα κέρδισε το βραβείο Cartier για το 2008, που περιλαμβάνει παραμονή στο Λονδίνο για τρεις μήνες ως προσκεκλημένος καλλιτέχνης. Αυτό τον καιρό ετοιμάζει τη νέα του εγκατάσταση για το Frieze Art Fair 2008.