Θα μπορούσε να είναι το προφίλ ενός καταζητούμενου από την αστυνομία μόνο που ο κύριος φορά γυαλιά ηλίου και από τα χείλη του κρέμεται ένα τσιγάρο. Τα χρώματα του δέρματος κυμαίνονται από μαύρο σε σκούρο μαύρο. Το τσιγάρο παραμένει λευκό. Αυτή η φωτογραφία από τη σειρά "White Things" (2001), αποτελεί μια καλή εισαγωγή για την τέχνη του René Peña. Η αντίθεση – λευκό και μαύρο, στόμα και τσιγάρο, αντικείμενο και φόντο – δεν αποτελεί απλά μια αισθητική επιλογή. Είναι το κλειδί για το φωτογραφικό του σύμπαν.
"Τα έργα μου αφορούν βασικά τη σχέση μεταξύ των ατόμων και μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας, πώς το άτομο προσπαθεί συνεχώς να διατηρήσει τη δική του ταυτότητα αν και δεν μπορεί να ξεφύγει από την κοινωνική του ομάδα και την κοινωνία γενικότερα," λέει ο Peña. "Έχουμε όλοι τους θεσμούς μας – οικογενειακούς, θρησκευτικούς, αθλητικούς και άλλους – και όλοι τους φέρουν τις δικές τους ιδεολογίες. Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτούς. Ανήκουμε όλοι σε θεσμούς αλλά όλοι πιστεύουμε ότι είμαστε ξεχωριστά άτομα. Η διττή αυτή φύση κινητοποιεί το έργο μου."
Ο René de Jesús Peña González γεννήθηκε το 1957 και έβγαλε τις πρώτες του φωτογραφίες με την οικογενειακή φωτογραφική μηχανή όταν ήταν οκτώ χρονών αλλά δεν ακολούθησε επίσημη εκπαίδευση στη φωτογραφία. Στο Πανεπιστήμιο της Αβάνας σπούδασε ξένες γλώσσες (ελληνικά, γαλλικά, αγγλικά). Μεγάλωσε στο προάστιο Marianao της Αβάνας και ποτέ δεν απομακρύνθηκε πολύ από την πόλη. Έμεινε για λίγο στο Centro Habana και πριν τρία χρόνια μετακόμισε στο Cerro. Αυτή η γειτονιά – μια περίκλειστη περιοχή των πλουσιότερων οικογενειών της Αβάνας κατά τον 19ο αιώνα που σήμερα κατοικείται από τους φτωχότερους της Αφρικής και της Καραϊβικής – φαίνεται να ταιριάζει απόλυτα στην ανάγκη του Peña για αντιθέσεις. Το διαμέρισμά του είναι στον τελευταίο όροφο και το βασικότερο χαρακτηριστικό της θέας που έχει από την ταράτσα του είναι το πίσω μέρος ενός τεράστιου κτηρίου όπου στεγάζονται τα γραφεία της εφημερίδας "Granma".
Ο Peña δεν πέρασε ποτέ το κατώφλι του για να γίνει φωτορεπόρτερ ακόμη κι αν απορρίπτει την ιδέα της απόλυτα αισθητικής φωτογραφίας. Από τις πρώτες του σόλο εκθέσεις στις αρχές της δεκαετίας του '90 ήταν φανερό ότι κυνηγούσε κάποια μεγαλύτερη αλήθεια: "Tales of the City" (1991), "Rituals and Self-Portraits" (1996), "Memories of the Flesh" (1997), "Burden and Blessing" (1998).
"Ποτέ δεν με απασχόλησε πραγματικά τι έχουν να πουν οι κριτικοί ή αυτοί που βλέπουν το έργο μου. Στην αρχή πολλοί μου μιλούσαν για τον Βορειοαμερικανό φωτογράφο Robert Mapplethorpe και έλεγαν ότι μερικές από τις φωτογραφίες μου μοιάζουν με τις δικές του. Άρχισαν να με αποκαλούν ‘τον Κουβανό Robert Mapplethorpe’. Έτσι, πήγα και είδα τις φωτογραφίες του και σκέφτηκα, ‘Εντάξει, το κατάλαβα, και οι δυο μας τραβάμε φωτογραφίες γυμνών μαύρων ανδρών.’ Πραγματικά, δεν πιστεύω ότι ο Robert Mapplethorpe κι εγώ έχουμε πολλά κοινά."
Ώς άτομα που τον επηρέασαν αναφέρει δυο σύγχρονούς του Κουβανούς φωτογράφους, τον Eduardo Muñoz Ordoqui και την Marta Maria Pérez Bravo, οι οποίοι δουλεύουν επίσης πάνω στο μαύρο-άσπρο. Τελευταία, ωστόσο, ο Peña πειραματίζεται με το χρώμα και με τις ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές και προς μεγάλη μας έκπληξη δεν τον ανησυχεί το πανάρχαιο ερώτημα "τι θα φωτογραφίσω μετά;"
"Βασικά, προσπαθώ να ευχαριστήσω τον εαυτό μου," λέει σηκώνοντας τους ώμους. "Η δουλειά μου είναι ο τρόπος διασκέδασής μου."